ΜΙΑ ΔΥΣΒΑΣΤΑΧΤΗ ΕΚΠΛΗΞΗ

«Δάση μετεωρίζονται, σκιὲς ὑπνοβατοῦν, ὁ κόσμος ἐξατμίζεται, τὰ γήινα ἀνεβαίνουν καὶ τὰ σύννεφα χαμηλώνουν. […] Ἡ πάχνη ἀνεβαίνει ἀπ’ τὴ γῆ καὶ βαφτίζει τὶς εἰκόνες τοῦ κόσμου στὴ μεταφυσικὴ καὶ στὴν ποίηση.»
Μάρω Βαμβουνάκη
Π ο λ υ σ ύ θ α μ π ο ἀπαύγασμα. Συρροὴ τόσου πράσινου. Λυγερά, νά, Ἀλαφιάσματα. Τόσο φῶς σὲ συστάδες. Διακαὴς ἀκοή. Κατακίτρινα στίγματα. Κ ι_ ἕ ν α_ ἔ μ μ ι σ χ ο_ β λ έ μ μ α.
Νὰ μιὰ Χώρα Ἀχνή! Πόσα ἀκόμα ἀθέατα… Νὰ ἡ σιωπὴ σὰν διαγγέλλεται! Ὡς δυσβάσταχτη ἔκπληξη… Νὰ μιὰ ἔναστρη μέρα! …Π ό σ α_ Ἀ θ έ α τ α_ Δ ρ ώ μ ε ν α… Νὰ ἕνα θαῦμα ποὺ ἄπτεται! Τόσο κάλλος ἀπέριττο… Νὰ ἕνα ρῖγος ποὺ τρέχει! Διόλου πέρας στὰ πέρατα… Νὰ μιὰ ἀπέραντη πλάση!
Φύλλα τάχα ἢ φτερά; Προσεκτικά (παραδέχομαι) διαβήματα ὀνείρου. Ὕλη ὡς κόλπος στοργῆς. Μιὰ ἁβρὴ σπαραγή. Κι ὁ μυρίπνοος χορὸς τῶν μορίων τοῦ ἀέρα.
Νοτισμένοι παλμοί. Κάτι γίνεται σύννεφο; Κάποιος σφίγγει ὑδρατμός; Ὄχι – ἁπλῶς κάτι γήινο : Κάτι νεύει στὰ νέφη!
Βάθη τάχα μου ἢ Ὕψη; Κάπου τρίζει φωτιά. Πέπλα, βέλα, καλύμματα… Εἶδος Λάβας ἡ Δρόσος. Κόρφοι, θέρετρα, κρῖκοι… Ἕνα Ἀστέρι ποὺ Στάλαξε. Χῶρος: Χρόνος: Τρανός! Τί βαθειὲς ἐπιφάνειες σὲ μιὰ γῆ ποὺ ψηλώνει.
«Ὑπάρχουν τόσα μυστήρια στὰ μύχιά του, ποὺ στὰ ἐξωτερικά του δὲν ἤθελε ποτὲ μυστήρια: πόζες καὶ τὰ τοιαῦτα.»*
Τόσος καιρός: Ποῦθεν ἔρχεται; ΠΟΙΟΣ ΚΑΗΜΟΣ. Τόση ζωή: Ὣς ποῦ πηγαίνει;
Τί λοιπὸν ἐκπληρεῖ; Τί_ π λ η ρ ε ῖ_ τὴν ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ;
Ὁ ὁρίζων του θάμβωμα. Ρεματιὲς γιὰ τὰ μάτια του. Ἡ γαλήνη του μέθη: ΚΑΜΜΙΑ ΦΟΡΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΕΛΑΦΙ. Διδαχὴ ἡ παρουσία του. Ὡς στολὴ τῆς ραχούλας ἡ καλλίμαλλη ράχη του. Πόσο αἷμα στὰ σπλάχνα του. Οἱ ὁπλές του – κι οἱ τέσσερις – στὴ σαγήνη ἑνὸς κήπου.
Ἰδοὺ ἡ π α γ κ ό σ μ ι ο ς_ σ τ α θ ε ρ ὰ_ τ ο ῦ_ ΑΛΛΗΛΟΥΙΑ τριγύρω του.
Τὸ ἀμετάφραστο μήνυμα : τὸ λαβαίνει ἢ τὸ στέλνει; Ὅλη ἡ πλέρια του ἐπίγνωση : Ἔτη κι ἔτη φωτὸς νεανικώτερη ἀπ’ τὴν ἔρημη βούληση τῶν ἱερῶν τοῦ Διονύσου.
Οὔτε μιὰ ὑπεκφυγὴ στῆς φυγῆς του τὸ βέλος. Νὰ τὸ ξέρουν τὰ σπλάχνα του; Η ΖΩΗ ΤΟΥ χ α μ ό γ ε λ ο. Κι ἂν ἀκόμα φοβᾶται…
«Ἦταν ἕνας τύπος κουμπωμένος καὶ τρυφερός – ἴσως ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε καταλάβει πὼς ἡ τρυφερότητα εἶναι κάτι γελοῖο.»*
Ὅταν νοιώσει ἀπειλή: Πόση ἄθιχτη χλόη θὰ χαϊδεύει τὰ πόδια του! Πόσα ἀνείδωτα σχήματα θὰ τοῦ γνέφουν κουράγιο! Πόσο πράσινο βάλσαμο θὰ κρυφτεῖ στὴν καρδιά του!
Ἡ τρυφὴ τῶν γραμμῶν, τῶν χρωμάτων ἡ εὐγένεια, τοῦ κορμιοῦ του τὸ νεῦρο – ἡ θωριά του ἂν μὴ τι ἄλλο – ἡ ὡ ρ α ί α_ θ ω ρ ι ά_ του μιὰ πλεισίστια ΕΛΠΙΔΑ μου: Τῶν ἀνθρώπων ὁ σάλαγος, οἱ θυμοί, οἱ στεναγμοί – οἱ ὑλακές τους τουλάχιστον – κι ο ἱ_ κ ρ α υ γ ὲ ς_ νὰ ΗΜΕΡΕΨΟΥΝ.
Πουθενὰ καταχνιά. Μιὰ ζωὴ μᾶς κοιτᾶ. Πρᾶος θοῦς ἡ ὅλη πλάση. Ποιός δὲν ξέρει φορὲς ποὺ ἡ ψυχρὴ Φυσικὴ ξεπερνιέται ἀπ’ τῆς Φύσης τὴν ὁλόχλωρη θέρμη;
Μέσ’ στὴν τόση ὀμορφιά: Ἡ μορφή του αὐστηρή! Ὁ παλμός του ἀκριβός! Ἡ χαρὰ ἐκλεπτυσμένη!
Τόσο Σύμπαν! Γιὰ ποιά μάτια θὰ προλάβει νὰ φαντάξει σὰν ἀν-αίτιο κενό; Δίχως: Ἄνευ: Χωρίς (αὐτεπάγγελτα τραύματα): Πρὶν ΤΑ ΙΔΙΑ ν’ ἀ δ ε ι ά σ ο υ ν ;
Μὲ τί σκῆπτρα τὸ νόημα! Σὲ τί σκεύη τ’ ἀσύλληπτο! Ποιά τ’ ἀγγεῖα τῆς χάριτος! Δὲν θαυμάζω: Πληγώνομαι. Νὰ ΠΑΘΑΙΝΩ μ α θ α ί ν ω.
«Ἀγάπη, σκέφτεται. Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι φιλολογίες.»**
Κάτω ζῶα Ἀχαιῶν. (Νὰ ρωτοῦν; Ἢ νὰ ξέρουνε;) Πάνω χαῖτες θυέλλης.
Ίδοὺ ἕνα «ἕνα»: τὰ πάντα. Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΣΤΑ ΣΠΛΑΧΝΑ ΤΟΥΣ. Καὶ_ τ ὰ_ π ά ν τ α – ταυτόχρονα – ὡς_ σ ω θ ι κ ὰ_ ε ὐ τ υ χ ί α ς.
Στιγμὲς σὰν αὐτὴν εὐγνωμονῶ ὅσον ἄνεμο στέκεται – δίπλα μου – στῶν ποδιῶν του τὶς μύτες: (Τί ἡ ἐπάρκεια ἄραγε; Ἴσως τὸ «νὰ ξέρεις ὅτι σὲ κακολογοῦν ἐμπαθῶς καὶ σὺ νὰ βγαίνεις καὶ νὰ κοιτᾶς τ’ ἄστρα καὶ τ’ ἀπόμακρα φῶτα»*. Ἢ τὰ ἐλάφια καὶ τ’ ἀπόμακρα σύθαμπα.) Δὲν γυρεύω νὰ κλέψω ὡραιότητα. Νὰ κλεφτῶ ἱκετεύω την: Νὰ μ’ ἁδράξει ὡς δικό της.
……………………………………………………………………
* : Γιάννης Μπεράτης / ** : Κονσταντῖνος Μονεμβασίτης








